100 Episoden
- Τελικά, οι προγνώσεις για το κινηματογραφικό καλοκαίρι έπεσαν μέσα: η «Οδύσσεια» πυροδότησε διαξιφισμούς προτού καν προβληθεί, και πλέον μονοπωλεί τις αίθουσες και το ενδιαφέρον.
Ήδη, ωστόσο, η «Εμμονή» μάζεψε την Gen Z και όχι μόνο σε viral ραντεβού στις αίθουσες, παντρεύοντας το horror με το αίσθημα. Άρεσε; Νομίζω ναι, αν και είναι από εκείνες τις ταινίες που παρασύρουν και λίγο με το τρεντ τους και χρειάζεται λίγος χρόνος ακόμα για να βγάλουμε συμπεράσματα.
Φέτος, κλείνουμε 20 χρόνια στη LiFO και ετοιμάζονται αφιερώματα σε όλους τους τομείς. Μου ζητήθηκε η απίθανη αποστολή να βγάλω μια δεκάδα, αντιπροσωπευτική, προσωπική, σημαντική, αδύνατη και μόνο που τη σκέφτομαι, αν και την παρέδωσα με εξηγήσεις και αναστολές, και χαρά βέβαια, αλλά και… καταλαβαίνετε… Από 3.000 ταινίες πώς καταλήγεις σε λιγότερο από ντουζίνα;
Στην αναζήτηση, αναρωτήθηκα από πόσα κύματα περάσαμε εμείς του σινεμά αυτές τις δυο δεκαετίες, από το φιλμ στο digital, και από τους multiplex θριάμβους των αρχών του αιώνα στις πλατφόρμες, στο streaming και τώρα ξανά σε μια τροχιά αγωνιστική και ανθηρή τολμώ να πω, μετά το ’19, για πρώτη φορά.
Για όλα αυτά, την «Οδύσσεια» και τα culture wars που σήκωσε, τις ταινίες που αξίζει να δούμε από όσες παίζονται ή έρχονται τις προσεχείς εβδομάδες, και άλλα που μοιραζόμαστε και αγαπάμε εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, που γνωριζόμαστε και συνταξιδεύουμε στα φεστιβάλ μιλάμε με τον κριτικό του «Αθηνοράματος», Χρήστο Μήτση. Δεν συμφωνήσαμε σε όλα, αλλά αξίζει τον χρόνο σας η ανταλλαγή επιχειρημάτων, ακόμη και για τις πραγματολογικές ελευθερίες της ταινίας, για τις τρεις αγαπημένες του ταινίες της τελευταίας εικοσαετίας αλλά και για το σημαντικό «Φιόρδ» του Κριστιάν Μουνγκίου, που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα και έρχεται στις ελληνικές αίθουσες στις 19 Αυγούστου, στο περιζήτητο slot που κατείχαν επί χρόνια οι ταινίες του Γούντι Άλεν! - Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ βγαίνει στις αίθουσες και κλείνει μια εμβληματική τριλογία επιστημονικής φαντασίας. Οι «Στενές επαφές τρίτου τύπου» εξέφραζαν έναν ευσεβή πόθο, την ελπίδα πως δεν είμαστε μόνοι. Ο «Ε.Τ.» ουσιαστικά είναι μια ταινία για την οικογένεια, με τον εξωγήινο να γίνεται καταλύτης ενός συγκινητικού δράματος. Η «Ημέρα Αποκάλυψης» ολοκληρώνει τον κύκλο, μιλώντας για την κοινότητα, την ανθρώπινη αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση που τόσο λείπει από τον διχασμένο πλανήτη. Ο Σπίλμπεργκ πιστεύει –και δεν το έχει κρύψει ποτέ– ότι οι ουρανοί έχουν ανοίξει προ πολλού και φιλικοί προς εμάς επισκέπτες έχουν προσγειωθεί κοντά μας. Αν θέλουμε το δεχόμαστε, κι αν δεν το σηκώνουμε, όλα καλά! Στο πλαίσιο της μυθοπλασίας πολλά μπορεί να μας αφηγηθεί ο μεγαλύτερος παραμυθάς που έχει εμφανιστεί στο σινεμά, αλλά τι λέει η επιστήμη επί του θέματος; Αν συνομιλούσα με έναν συνάδελφο (ή «σινάδελφο»), μάλλον θα συμφωνούσαμε και σύντομα θα το γυρίζαμε στο σινεμά και στον σκηνοθέτη, ίσως χωρίς ενδιαφέρον. Γι’ αυτόν τον λόγο, καλεσμένος στο σημερινό επεισόδιο του «PulpFiction» είναι ένας από τους πλέον ειδικούς και καταρτισμένους στο αντικείμενο, στη χώρα μας, ο κ. Ξενοφών Μουσάς, καθηγητής Φυσικής Διαστήματος στον τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής στο ΕΚΠΑ.
Αναρωτιέμαι πόση επιστημονική πραγματικότητα υπάρχει στις φανταστικές αναπαραστάσεις μίας από τις πιο διαχρονικές και υπαρξιακές αναζητήσεις μας κι εκείνος επιστρατεύει τον εξαιρετικά κατανοητό λόγο του για να λύσει απορίες που πιστεύω πως έχουμε όλοι μας. Ο ίδιος παρατηρεί και μελετά το Διάστημα επί πενήντα και πλέον χρόνια, από τότε που οι επιστήμονες πίστευαν πως έξω από το δικό μας ηλιακό σύστημα υπήρχαν άστρα, αλλά κανένας άλλος πλανήτης! Εξηγεί ποιες είναι οι πιθανότητες να υπάρχει εξωγήινη παρουσία στη Γη μας αλλά και έμβιοι οργανισμοί σε μακρινούς πλανήτες. Άραγε, υπάρχει πιθανότητα εποικισμού άλλων πλανητών από τον άνθρωπο; Ποια η σημασία των οπτικοακουστικών αρχείων της NASA και των μυστικών υπηρεσιών που πολύ πρόσφατα αποκαλύφθηκαν; Τέλος, μας μιλά και για τις δύο μεγάλες του αγάπες, το Παράδοξο του Φέρμι και τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, με τον οποίο έχει ασχοληθεί εκτεταμένα στην ακαδημαϊκή του καριέρα. - Είναι το «Backrooms» η ταινία τρόμου που θα μας οδηγήσει σε κάτι νεωτερικό; Ο σκηνοθέτης της είναι μόλις 20 ετών, το δείγμα γραφής της μικρού μήκους του είναι ελπιδοφόρο και τα liminal spaces που μας υπόσχεται είναι σκηνικά που δεν έχουμε ξαναδεί, τουλάχιστον όχι ως ραχοκοκαλιά μιας ολόκληρης ταινίας. Τη χρονιά που μας πέρασε, το «Sinners» με τα ζόμπι στοιχεία του κέρδισε 4 Όσκαρ αν και απείλησε για περισσότερα, ενώ το «Weapons» κόμπλαρε τόσο πολύ τον Στίβεν Σπίλμπεργκ με την τελειότητά του που τον ανάγκασε να ομολογήσει πως δεν έχει καμία επιθυμία να δοκιμαστεί στο είδος! Η σεζόν έκανε ένα δυνατό ξεκίνημα με το δεύτερο μέρος του «28 χρόνια μετά» της Νάια ντα Κόστα αλλά στη συνέχεια έμεινε στάσιμη («Ready or Not 2», «Mother Mary»).
Όπως και να ’χει, μέσα σε όλο αυτό το scaryroster, και παρά την υπερκατανάλωση τρόμου που έχει κάνει σε όλη του τη ζωή, ο Μάκης Παπασημακόπουλος εξηγεί γιατί παραμένει αισιόδοξος επί του θέματος. - Με ιδιαίτερη ανυπομονησία έφτασε στα χέρια μου το τεύχος Μαρτίου του «Sight and Sound», το οποίο περιλαμβάνει μια μεγάλη κεντρική συνέντευξη του Πολ Τόμας Άντερσον στον έμπειρο δημοσιογράφο Τζέιμς Μπελ. Στην αρχή της συζήτησης θίγεται η προσδοκία που είχε ο σκηνοθέτης από το κοινό για τη νέα του ταινία. Ο Άντερσον αναφέρει ότι όταν τη δοκίμασε σε τυχαίο κοινό σε διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ, οι θεατές την απόλαυσαν και γελούσαν, είτε προβαλλόταν σε «κόκκινη» είτε σε «γαλάζια» Πολιτεία. Για τον ίδιο αυτό ήταν απόδειξη ότι το κοινό ήθελε απλώς να ψυχαγωγηθεί και δεν απογοητεύτηκε.
Περισσότερο ως διευκρίνιση παρά ως άμυνα, υπενθυμίζει στον δημοσιογράφο του βρετανικού περιοδικού ότι, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα, σκεφτόταν εδώ και περίπου είκοσι χρόνια να μεταφέρει στον κινηματογράφο το «Vineland» του Τόμας Πίντσον. Όπως λέει, κάποτε ήρθε η σωστή στιγμή να το γυρίσει με τον Λεονάρντο ντι Κάπριο, προτού χαθεί το ηλικιακό momentum για τον συγκεκριμένο πρωταγωνιστή, μαζί και η ευκαιρία.
Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στο πολιτικό προσκήνιο το θεωρεί σύμπτωση. Κατά τον Άντερσον, οι ίδιες επικεφαλίδες θα ίσχυαν χθες, σήμερα ή και αύριο, όπως και στο παρελθόν. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η ιστορία που κρατούσε στα χέρια του και το «διαρκές παρόν» που πραγματεύεται, μια κοινωνική ασθένεια που επαναλαμβάνεται στον χρόνο.
Όπως το θέτει ο ίδιος: «Η ταινία δεν έχει να κάνει με το πολιτικό κλίμα. Μου πέρασε από το μυαλό, αλλά το απέρριψα γρήγορα. Ποιος πάει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται όταν ο κόσμος ήδη φλέγεται; Εγώ πάντως όχι. Βέβαια, όταν είδα μια κυβερνητική δύναμη να καταφθάνει σε μια πόλη και να μαντρώνει τους κατοίκους προς ίδιον όφελος, σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως κέρδισα το λαχείο. Αλλά και πάλι…»
Στην πραγματικότητα, ο Άντερσον είχε ολοκληρώσει το σενάριο πολύ πριν ο Τραμπ αναλάβει για δεύτερη φορά την προεδρία. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης γίνεται σαφές ότι ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν είναι προϊόν πολιτικής ζύμωσης ούτε προέρχεται από κάποια ακτιβιστική οικογένεια. Είναι, πάνω απ’ όλα, παιδί του σινεμά. Μεγάλωσε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, το σκηνικό του «Licorice Pizza», και διαμόρφωσε την κινηματογραφική του παιδεία όχι από τις κριτικές της Πολίν Κέιλ, όπως ο Ταραντίνο που την είχε σχεδόν ως είδωλο, αλλά από τεχνικά άρθρα του «American Cinematographer».
Οι κινηματογραφικές του επιρροές είναι ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Τζορτζ Λούκας και κυρίως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, τον οποίο θαυμάζει βαθιά, από το «Sugarland Express» και τα «Σαγόνια του καρχαρία» μέχρι τις «Στενές επαφές τρίτου τύπου» και τον «E.T.». Τον θεωρεί πραγματικό είδωλο και τον μελετά ως σκηνοθέτη που δουλεύει με την ενέργεια και την τόλμη ενός ανεξάρτητου δημιουργού μέσα σε στούντιο.
Ο μοναδικός του «εθισμός» είναι ο κινηματογράφος. Επιμένει μάλιστα στη χρήση φιλμ, παρά το υψηλό κόστος, γιατί θέλει να ακούει τον θόρυβο και να νιώθει την ενέργεια της μηχανής. Πιστεύει ότι ορισμένα στελέχη της βιομηχανίας πείθουν πιο αδύναμους σκηνοθέτες πως το ψηφιακό είναι απλώς φθηνότερο και καλύτερο κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχεται.
Η νέα του ταινία, «Μια μάχη μετά την άλλη», έχει προκαλέσει διχογνωμία γύρω από την πολιτική της ταυτότητα. Ορισμένοι συντηρητικοί Ρεπουμπλικάνοι την κατηγόρησαν για υποκίνηση βίας, ενώ κάποιοι προοδευτικοί αναρωτήθηκαν για την υποτιθέμενη ουδετερότητά της. Αν όμως τη δει κανείς στην πραγματική της διάσταση, με το πικρό χιούμορ να πλαισιώνει αξέχαστους χαρακτήρες που διασταυρώνονται απρόβλεπτα, τότε πρόκειται για έναν κλασικό Άντερσον στην καλύτερη στιγμή του.
Μια ταινία για τις σχέσεις και την οικογένεια, την κοινότητα και την κοινωνία, την πίστη και τις ψευδαισθήσεις, μέσα σε ένα ανήσυχο αλαλούμ που μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε να οργανώσει και να οδηγήσει μέχρι εκείνο το χαρακτηριστικό, σχεδόν ποιητικό φινάλε στην ανισόπεδη άσφαλτο.
Ίσως, λοιπόν, αξίζει να θυμηθούμε ποιος βρίσκεται πίσω από την ταινία που αναμένεται να σαρώσει τα σημαντικά Όσκαρ και τι πραγματεύεται πραγματικά το φιλμ που αποσπά το ένα βραβείο μετά το άλλο. - Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μιλά για την απρόσμενη ή ίσως απόλυτα δικαιολογημένη οσκαρική επέλαση του «Sinners» του Ράιαν Κούγκλερ. Η ταινία που βγήκε στις αίθουσες τη Μεγάλη Πέμπτη έμεινε «ζωντανή» στο ελληνικό box office για δέκα εβδομάδες και τώρα γράφει ιστορία στο Χόλιγουντ, κατακτώντας 16 υποψηφιότητες και σπάζοντας ρεκόρ δεκαετιών.
Οι «Αμαρτωλοί» είναι ένα υβρίδιο μουσικού δράματος και horror, μια αλληγορία πάνω στην αφροαμερικανική εμπειρία, τον ρατσισμό και την ανάγκη μιας κοινότητας να προστατεύσει τον χώρο και τη φωνή της. Δύο αδέλφια ανοίγουν ένα blues club στον Νότο του ’30 και βρίσκονται αντιμέτωπα με βρικόλακες, μια αφήγηση που λειτουργεί ταυτόχρονα ως λαϊκό θέαμα και πολιτικό σχόλιο. Η τόλμη της θεματικής, η μουσική ενέργεια και η σκηνοθετική αυτοπεποίθηση του Κούγκλερ μετατρέπουν το φιλμ σε κάτι που δύσκολα ταξινομείται, γι’ αυτό ξεχωρίζει.
Απέναντί του βρίσκεται το «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον, με 13 υποψηφιότητες και την αύρα του καλλιτεχνικού φαβορί της χρονιάς. Ένα φιλμ που εκπροσωπεί την «παλιά σχολή» του αμερικανικού auteur σινεμά και δίνει στην Ακαδημία την ευκαιρία να τιμήσει έναν σκηνοθέτη που, παρά την καθολική αναγνώριση, δεν έχει ακόμα κερδίσει Όσκαρ Σκηνοθεσίας.
Στο ενδιάμεσο: ερμηνευτικά φαβορί, τεχνικές κατηγορίες-κλειδιά, η δυναμική της «μαύρης ψήφου», η παρουσία του Γιώργου Λάνθιμου στη δεκάδα καλύτερης ταινίας και η μεγάλη μονομαχία δύο παραγωγών της Warner που διεκδικούν την κορυφή.
Οι «Αμαρτωλοί» απέδειξαν ότι δεν χρειάζεται να είσαι ασφαλής επιλογή για να φτάσεις στην κορυφή. Μένει να δούμε αν θα γράψουν ιστορία και τη βραδιά των Όσκαρ.
Weitere Filminterviews Podcasts
Trending Filminterviews Podcasts
Über Pulp Fiction
Το podcast του κινηματογραφικού κριτικού της LIFO, Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου
Podcast-WebsiteHöre Pulp Fiction, Cows in the field und viele andere Podcasts aus aller Welt mit der radio.de-App

Hol dir die kostenlose radio.de App
- Sender und Podcasts favorisieren
- Streamen via Wifi oder Bluetooth
- Unterstützt Carplay & Android Auto
- viele weitere App Funktionen
Hol dir die kostenlose radio.de App
- Sender und Podcasts favorisieren
- Streamen via Wifi oder Bluetooth
- Unterstützt Carplay & Android Auto
- viele weitere App Funktionen


Pulp Fiction
Code scannen,
App laden,
loshören.
App laden,
loshören.














